28 Μάη1944 > Συμπληρώνονται σήμερα 82 χρόνια απο τον απαγχνονισμό των 5 Σαλαμίνιων στελεχών του ΚΚΕ, απο τους Γερμανούς στις Ερυθρές

Οι αγώνες, η θυσία τους, τιμή και αξία της Σαλαμίνας 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ / ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

Συμπληρώνονται σήμερα 82 χρόνια απο το απαγχονισμό των 5 στελεχών της Κομματικής Οργάνωσης Σαλαμίνας του ΚΚΕ στις Ερυθρές (Κριεκούκι) στις 28 Μάη 1944 απο τους φασίστες Γερμανούς κατακτητές

Τέσσερις από τη Σαλαμίνα και ένας από τα Μέγαρα. Και οι πέντε μέλη του Κομμουνιστικού κόμματος Ελλάδας Μια αλυσίδα ατσάλινη. Ο Φίλιππος Τούτσης, Γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Σαλαμίνας, του ΚΚΕ, φοιτητής της Νομικής, ο Γιώργος Μπεγνής, ο οικοδόμος, συνδικαλιστής και γραμματέας του ΕΑΜ Σαλαμίνας, ο Νίκος Μπερής ναυπηγός που μέτραγε τα γερμανικά καράβια σαν να ήταν δικά του. Ο Στυλιανός Νικολέτος Γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ, από τα Αμπελάκια και ο εικοσιενάχρονος χρονος Επονίτης Σταμάτης Χατζής από τα Μέγαρα.

Η Επιτροπή Ειρηνης Σαλαμίνας, στα πλαισια του 2ου Αντιπολεμικού - Φιλειρννικού 10ημερου που διοργάνωσε στο νησί, παρουσίασε την 1 Μάη 2026, σε Α΄ προβολή το ντοκιμαντέρ " 5 θηλιές στον ουρανό του Κιθαιρωνα" της Μιρένας Φερλέμη, τιμώντας τους συμπατρτώτες αγωνιστες του νησιου μας. Ταυτόχρονα  μεσα απο το ντοκιμαντερ παρουσιαστηκε η δραση τους το 1941 - 1944 


Τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί Ναζί καταλαμβάνουν την Ελλάδα. Εγκαθιστούν τη Γερμανοδουλη κυβέρνηση Τσολάκογλου και η  Ελλάδα ζει την βαρβαρότητα του φασισμού παντού. 500.000 χιλιάδες έφτασαν οι νεκροί στην κατοχή, από τον πόλεμο και την πείνα. Η Σαλαμίνα δεν αποτέλεσε εξαίρεση μιας και  δεν ήταν απλώς ένα νησί, αλλά ένα στρατηγικό "φρούριο" λόγω του Ναυστάθμου, γεγονός που καθόρισε την ένταση της καταστολής αλλά και το μέγεθος της Αντίστασης.

Την περίοδο 1941-1944, ο πληθυσμός της Σαλαμίνας κυμαινόταν περίπου στις 12.000 - 15.000 κατοίκους. Στην πλειονότητα ήταν ναυτικοί, εργάτες στον Ναύσταθμο (πολλοί εκ των οποίων εξαναγκάστηκαν σε εργασία από τους Γερμανούς), αλιείς και γεωργοί (κυρίως αμπελουργοί).

Η Σαλαμίνα αποτελούσε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των Γερμανών λόγω του Ναυστάθμου. Η άμυνά τους περιλάμβανε αντιαεροπορικές συστοιχίες και παράκτιο πυροβολικό για την προστασία των πλοίων που επισκευάζονταν στον Ναύσταθμο. Αντιαεροπορικές συστοιχίες στην Κυνόσουρα, στον Προφήτης Ηλία, στο λόφο Πατρίς, στα Σελήνια, στην Ηλιακτή, στα Περιστέρια. Ο κόλπος των Αμπελακίων ήταν γεμάτος με ναρκοπέδια και δίκτυα για τον αποκλεισμό υποβρυχίων.

Η κοινωνική βάση της Αντίστασης στη Σαλαμίνα ήταν κυρίως εργατική και ναυτική. Η εγγύτητα με τον Πειραιά και η καθημερινή τριβή με τις δυνάμεις κατοχής στον Ναύσταθμο οδήγησαν στη γρήγορη γιγάντωση του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ στο νησί. Το αντιστασιακό κίνημα στη Σαλαμίνα δεν ήταν απομονωμένο.. Η Σαλαμίνα λειτουργούσε ως σύνδεσμος μεταξύ Αθήνας/Πειραιά και της Πελοποννήσου ή της Στερεάς Ελλάδας. Υπήρχε συνεχής ροή πληροφοριών και φυγάδευση αγωνιστών μέσω των θαλάσσιων περασμάτων. Ο ΕΛΑΣ δρούσε έντονα στα απέναντι βουνά της Μεγαρίδας, Πατέρας, Γεράνεια, Κιθαιρώνας μέχρι και τον Ελικώνα,

Η ΕΠΟΝ ήταν ιδιαίτερα ισχυρή στις τάξεις των νέων εργατών του Ναυστάθμου. Το ΕΑΜ Σαλαμίνας, ήταν υπεύθυνο για τη διοικητική οργάνωση και την τροφοδοσία. Σημαντικά στελέχη  του ήταν οι: Γιώργος Μπάγιος, Σταμάτης Μπερής, Κωνσταντίνος Τουτουντζής, Νικόλαος Μπερής, Ευάγγελος Βιλλιώτης

Ο Μάιος του '44 ξεκινά με το αίμα των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή. Μεταξύ τους, ο Σαλαμίνιος Γιώργης Παπαμιχαήλ. πρόεδρος του Σωματείου φτιαριστών στο λιμάνι του Πειραιά Το μήνυμα των κατακτητών είναι σαφές: Εξόντωση των κομμουνιστών.

Στις 16 Μαΐου 1944, η προδοσία παίρνει σάρκα και οστά. Δωσίλογοι, που γνωρίζουν πρόσωπα και κρησφύγετα, οδηγούν τα Τάγματα Ασφαλείας στα σπίτια στελεχών του ΚΚΕ  Αυτό ήταν το πιο σκληρό χτύπημα των δυνάμεων κατοχής στο νησί. Οι Γερμανοί, με τη βοήθεια ντόπιων συνεργατών τους, κύκλωσαν την πόλη τα ξημερώματα. Ο σκοπός τους, η σύλληψη στελεχών του ΚΚΕ που δρούσαν στον Ναύσταθμο και η τρομοκράτηση του πληθυσμού. Συγκέντρωσαν όλο τον ανδρικό πληθυσμό στην παραλία Έγινε διαλογή από κουκουλοφόρους καταδότες.. Πάνω από 200 Σαλαμίνιοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Πολλοί από αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ, καθώς στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία (όπως το Μαουτχάουζεν) ή εκτελέστηκαν.

Η Σαλαμίνα στη Αντίσταση. Η Σαλαμίνα του 1944 δεν είναι ένα ήσυχο νησί. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, η Κομματική Οργάνωση του ΚΚΕ καταφέρνει το ακατόρθωτο: Μετατρέπει τους χώρους εργασίας σε δίκτυα κατασκοπείας. «Ο Μπερής και ο Μπεγνής δεν έχτιζαν απλώς τοίχους και πλοία. Μέτραγαν τόνους καυσίμων, κατέγραφαν σειριακούς αριθμούς υποβρυχίων, σημείωναν ώρες απόπλου. Κάθε καρφί που έμπαινε στραβά σε ένα γερμανικό σκαρί, κάθε πληροφορία που έφτανε στην Αθήνα, ήταν μια μαχαιριά στο φασισμό.»

Η ΕΠΟΝ του νησιού, οργανώνει πάνω από 600 νέους στις τάξεις της Δημιούργησε Θεατρική Ομάδα, οργανώνοντας παραστάσεις που εξύψωναν το φρόνημα του λαού στο νησί. Το θέατρο γινόταν σχολείο της λευτεριάς.

Η οργάνωση στη Σαλαμίνα ήταν τόσο στιβαρή, που συμμετείχε ενεργά στη συγκρότηση της «Κυβέρνησης του Βουνού» (ΠΕΕΑ). Η εκλογή του αρχαιολόγου Δημήτρη Πάλλα ως Εθνοσύμβουλου στις Κορυσχάδες, ήταν η επίσημη σφραγίδα ότι το νησί ανήκε στην Ελεύθερη Ελλάδα. Οι πέντε αγωνιστές που απαγχονίστηκαν, ήταν οι ίδιοι που προετοίμασαν το έδαφος για αυτές τις εκλογές μέσα στην καρδιά της κατοχής.

Λόγω της ναυτικής φύσης των κατοίκων, δημιουργήθηκε ένας άτυπος στόλος. Από Σαλαμίνιους μαχητές στο Μαλιακό και Βόρειο Ευβοϊκό κόλπο με Αρχικαπετάνιο του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού το Σωτήρη Μπεγνής. Με καΐκια που έπλεαν «κάτω από τη μύτη» των γερμανικών περιπολικών, οι Σαλαμίνιοι μετέφεραν αντάρτες, οπλισμό και τρόφιμα από και προς Πελοπόννησο και  Στερεά Ελλάδα και Εύβοια.

Ο Απαγχονισμός των 3 αγωνιστών στην παραλία της Σαλαμίνας. Αυτό το γεγονός έμεινε χαραγμένο στη μνήμη των Σαλαμινίων ως πράξη απόλυτης βαρβαρότητας. Συνέβη λίγο μετά το μπλόκο της 16ης Μαΐου 1944, ως "συμπλήρωμα" της φασιστικής τρομοκρατίας. Τρεις αγωνιστές απαγχονίστηκαν σε δημόσια θέα στην παραλία της Σαλαμίνας στα «Αγάλματα». Στόχος των Γερμανών παραδειγματισμός. Αφήσαν τα σώματα τους κρεμασμένα για μέρες, απαγορεύοντας στους συγγενείς να τα κατεβάσουν, θέλοντας να δείξουν ότι η αντίσταση στον Ναύσταθμο θα πατάσσεται αμείλικτα.

Σαλαμίνιοι στον ΕΛΑΣ. Αν και ο ακριβής αριθμός είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια (καθώς πολλοί κατεγράφησαν στις μονάδες της Αττικής ή της Βοιωτίας), υπολογίζεται ότι δεκάδες Σαλαμίνιοι έπεσαν μαχόμενοι στις τάξεις του Ελάς ή εκτελέστηκαν ως αντίποινα. Στα αρχεία της Εθνικής Αντίστασης αναφέρονται πάνω από 40 ονόματα που συνδέονται άμεσα με το νησί και την ένοπλη δράση.

Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού τον Απρίλιο του σαραντατέσσερα στη Μέση Ανατολή, δεν γεννήθηκε στο κενό. Οι τεχνίτες που δούλευαν στα κρυφά κάτω από το βλέμμα του κατακτητή, οι ναύτες που διάβαζαν τον «Απελευθερωτή» στα αμπάρια, ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που λίγους μήνες μετά, στην Αλεξάνδρεια  της Αιγύπτου, θα συγκροτούσαν την Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση, στη Μέση Ανατολή.

Οι ναύτες και οι υπαξιωματικοί που αρνήθηκαν να υπακούσουν στην Αγγλόφιλη κυβέρνηση του Καΐρου, απαιτώντας μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με το Εάμ, ήταν τα αδέλφια των πέντε απαγχονισμένων στις Ερυθρές.

Οι πέντε κομμουνιστές στην αγχόνη των Ερυθρών, οι ναύτες στα στρατόπεδα των Άγγλων στην έρημο  της Αφρικής, οι 200 της Καισαριανής, το μπλόκο της δεκαέξι Μάη στη Σαλαμίνα, ήταν μια ενιαία κόκκινη γραμμή αίματος και αγώνα, που ξεκινά από τον βράχο της Κυνόσουρας και φτάνει μέχρι τα εξεγερμένα πλοία Αβέρωφ και Ιέραξ. Ο Πυρήνας της  Εθνικής Αντίστασης ήταν οι κομμουνιστές

Μάιος του χιλιαενιακόσια σαραντατέσσερα. Η Ελλάδα αιμορραγεί, αλλά η ελπίδα της λευτεριάς έχει αρχίσει να μυρίζει σαν το ιώδιο της θάλασσας. Στη Σαλαμίνα, στην καρδιά του γερμανικού ναυτικού ελέγχου, μια ομάδα ανθρώπων του μόχθου και των γραμμάτων δεν δέχεται να σκύψει το κεφάλι. Είναι οι μάστορες του νησιού, οι γραμματιζούμενοι, οι εργάτες. Τέσσερις από τη Σαλαμίνα και ένας από τα Μέγαρα. Και οι πέντε μέλη του Κομμουνιστικού κόμματος Ελλάδας Μια αλυσίδα ατσάλινη. Ο Φίλιππος Τούτσης, Γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Σαλαμίνας, φοιτητής της Νομικής, ο Γιώργος Μπεγνής, ο οικοδόμος, συνδικαλιστής και γραμματέας του Εάμ Σαλαμίνας, ο Νίκος Μπερής,  ναυπηγός που μέτραγε τα γερμανικά καράβια σαν να ήταν δικά του. Ο Στυλιανός Νικολέτος από τα Αμπελάκια, ο εικοσιενάχρονος χρονος Επονίτης Σταμάτης Χατζής από τα Μέγαρα, ο σύνδεσμος που ένωνε την πόλη με το βουνό .δεν ήταν απλώς αντιστασιακοί ήταν κομμουνιστές, οργανωτές και καθοδηγητές του αντιφασιστικού αγώνα στο νησί. Ήταν αυτοί που οργάνωναν τα συσσίτια για να μην πεθάνει το νησί από την πείνα, αυτοί που φυγάδευαν αγωνιστές για τη Μέση Ανατολή, αυτοί που έστελναν πληροφορίες για κάθε γερμανικό υποβρύχιο που έπλεε στον Σαρωνικό.

Τον Μάιο του σαραντατέσσερα, η προδοσία ντόπιων δωσίλογων χτυπά την πόρτα τους. Συλλήψεις. Μπλόκο. Οδηγούνται στο κολαστήριο της οδού Μέρλιν. Εκεί, η Gestapo προσπαθεί να τους σπάσει με φρικτά βασανιστήρια Τα πρόσωπά τους παραμορφώνονται από τα χτυπήματα, αλλά τα στόματά τους μένουν ερμητικά κλειστά. Ούτε ένα όνομα. Ούτε μια κρύπτη. Από τη Μέρλιν στο Χαϊδάρι και από εκεί για απαγχονισμό στις Ερυθρές

Στην οδό Μέρλιν, το αίμα στους τοίχους είναι ακόμα νωπό. Ο Φίλιππος Τούτσης, υφίσταται τα πιο σκληρά βασανιστήρια. Οι Γερμανοί ξέρουν ότι είναι κομμουνιστής και Γραμματέας του ΚΚΕ στη Σαλαμίνα. Συγκρατούμενοί τους στο Χαϊδάρι περιγράφουν πώς ο Τούτσης, παρά τα σπασμένα πλευρά, οργάνωνε μορφωτικές ώρες στα κελιά. Ο Μπεγνής και ο Μπερής μοιράζονταν το συσσίτιο της πείνας με τους πιο αδύναμους. Όταν το πρωί της εικοστής ογδόης Μαΐου ακούστηκαν τα ονόματά τους, ήξεραν πως δεν ήταν για μεταγωγή. Ήταν για την αιωνιότητα.

Γιατί στις Ερυθρές; Οι Ερυθρές, Κριεκούκι, ήταν το κομβικό σημείο επικοινωνίας Αθήνας-Θήβας. Ο ΕΛΑΣ Κιθαιρώνα είχε καταστήσει τον δρόμο «νεκρή ζώνη» για τους Γερμανούς. Η επιλογή του απαγχονισμού αντί του τυφεκισμού ήταν εσκεμμένη. Η αγχόνη είναι «ατιμωτική» και προκαλεί μεγαλύτερο τρόμο. Οι Γερμανοί ήθελαν οι χωρικοί των Ερυθρών να βλέπουν τα σώματα των «ξένων» (Σαλαμινίων και Μεγαριτών) να κρέμονται, για να καταλάβουν ότι η τιμωρία δεν έχει σύνορα. Οι Γερμανοί θέλουν να σπείρουν τον τρόμο εκεί που το αντάρτικο του Κιθαιρώνα θερίζει τις εφοδιοπομπές τους.

Στην κεντρική πλατεία, οι τηλεφωνικοί στύλοι μετατρέπονται σε αγχόνες. Οι Γερμανοί υποχρεώνουν τον κόσμο να κοιτάζει. Ο Φίλιππος Τούτσης φωνάζει: «Σύντροφοι, ψηλά το κεφάλι! Πεθαίνουμε για τη λευτεριά!» Ο Γιώργος Μπεγνής αντικρίζει το πλήθος και δίνει την τελευταία εντολή: «Μην κλαίτε! Εμείς πεθαίνουμε για την Ελλάδα! Εσείς προσέξτε την!» Πέντε κορμιά λαμπάδες. Η θηλιά σφίγγει, αλλά το πνεύμα δραπετεύει. Ο νεαρός Σταμάτης, με το χαμόγελο της αθωότητας, γίνεται σύμβολο για όλη τη νεολαία της Αττικής. Πέντε αγωνιστές. Πέντε κομμουνιστές. Μια πατρίδα ελεύθερη.

Η πλατεία των Ερυθρών είναι κυκλωμένη από πολυβόλα. Οι κάτοικοι σέρνονται έξω από τα σπίτια τους με τη βία. Ο 21χρονος ΕΠΟΝίτης από τα Μέγαρα Σταμάτης Χατζής, λένε αυτόπτες μάρτυρες πως το πρόσωπό του είχε μια απόκοσμη γαλήνη. Ήταν το παιδί που ένωνε τις δύο πόλεις στον αγώνα. Καθώς η θηλιά περνά στον λαιμό του Γιώργου Μπεγνή, η φωνή του σκίζει τη βουβαμάρα της πλατείας: «Μην κλαίτε εμάς! Εμείς φεύγουμε για τη Λευτεριά! Εσείς κοιτάξτε την Ελλάδα!»

Για χρόνια, η σιωπή προσπάθησε να σκεπάσει τα ονόματά τους. Οι μετεμφυλιακοί διωγμοί κυνήγησαν τις οικογένειές τους, τη «ρετσινιά» του κομμουνιστή. Όμως η ιστορία δεν ξεπλένεται. Σήμερα, η Σαλαμίνα, τα Μέγαρα και οι Ερυθρές ενώνονται πάνω από εκείνο το αίμα.

Πέντε ονόματα. Πέντε θηλιές. Μια ιδεολογία που δεν λύγισε. Η Σαλαμίνα, τα Μέγαρα και οι Ερυθρές δεν συνδέονται μόνο από τον δρόμο. Συνδέονται από εκείνο το κυριακάτικο πρωινό του Μαΐου, όταν η θυσία πέντε κομμουνιστών έγινε το φως που έδιωξε το σκοτάδι της Κατοχής.

Μετά την Απελευθέρωση και την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, η «ρετσινιά» του κομμουνιστή ή του Εαμίίτη έγινε εργαλείο διωγμού.

Ο απαγχονισμός του Γραμματέα του ΚΚΕ  Φίλιππου Τούτση στο νησί, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Η οικογένειά του βρέθηκε στο στόχαστρο του μετεμφυλιακού κράτους, με περιορισμούς και διαρκή παρακολούθηση. Οι οικογένειές των Μπερή και Μπεγνή, άνθρωποι του μεροκάματου, βίωσαν τον αποκλεισμό από την εργασία. Το επώνυμο «Μπεγνής» ήταν συνώνυμο της αντίστασης, αλλά και της εξορίας. Πολλοί συγγενείς τους οδηγήθηκαν στη Μακρόνησο και τη Γυάρο. Στα Μέγαρα, η μνήμη του νεαρού ΕΠΟΝίτη Σταμάτη Χατζή, διατηρήθηκε ζωντανή μέσα από τους συναγωνιστές του, παρά το κλίμα τρομοκρατίας.

Η Σαλαμίνα «πλήρωσε» βαρύ τίμημα στη Μακρόνησο. Λόγω της ισχυρής παρουσίας του Κουκουέ στα ναυπηγεία και τις λοτομιές. Εκατοντάδες Σαλαμίνιοι βρέθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σημειώνει στο βιβλίο του ο παλαίμαχος κομμουνιστής Βαγγέλης Σαμαλτάνης απότακτος Υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού: «Η ταυτότητα του αγωνιστή ήταν ταυτότητα του εργάτη. Στα καμίνια και τα ναυπηγεία της Σαλαμίνας, ο όρκος που έδωσαν οι πέντε στην αγχόνη των Ερυθρών μετατράπηκε σε ταξική συνείδηση. Ακόμα και στη Δικτατορία του 1967, οι πυρήνες που είχαν μπολιαστεί από τη δράση του '44 παρέμειναν ενεργοί.»

Το μετεμφυλιακό κράτος αντιμετώπισε τη Σαλαμίνα και τον Ναύσταθμο ως «ζώνες υψηλού κινδύνου» λόγω της ισχυρής παρουσίας του ΚΚΕ  κατά την Κατοχή και της επιρροής του κινήματος της Μέσης Ανατολής. Ξεκίνησε μια περίοδος συστηματικής «εκκαθάρισης».

Για να εργαστεί κανείς στον Ναύσταθμο, έπρεπε να έχει το χαρτί από την Ασφάλεια. Εκατοντάδες εργάτες και υπαξιωματικοί που είχαν δράση στο Εάμ απολύθηκαν ως αντεθνικώς δρώντες. Αν κάποιος είχε συγγενή στο βουνό με τον Δσέ ή εξόριστο, έχανε αυτόματα τη δουλειά του στον Ναύσταθμο.

Στο Πολεμικό Ναυτικό, οι εκκαθαρίσεις ήταν ανελέητες. Αξιωματικοί που είχαν συμμετάσχει στο κίνημα του Απρίλη του σαραντατέσσερα στη Μέση Ανατολή (όπως οι σύντροφοι του Πουλή) οδηγήθηκαν σε αναγκαστική αποστρατεία, φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν στη Μακρόνησο. Μέσα στο στράτευμα και τον Ναύσταθμο αναπτύχθηκε ο παρακρατικός μηχανισμός του Ιδέα, που σκοπό είχε να ελέγχει την ιδεολογική «καθαρότητα» των στελεχών και να εμποδίζει κάθε δημοκρατική φωνή.

Βαρύ το τίμημα στη Μακρόνησο. Πολλοί ναύτες και στρατιώτες από το νησί, αλλά και στελέχη του Ναυστάθμου, στάλθηκαν στα τάγματα σκαπανέων (Α' έτο, Β έτο).

Η παρουσία της Χωροφυλακής στη Σαλαμίνα ήταν ασφυκτική. Οι πολιτικές συγκεντρώσεις απαγορεύονταν, ενώ οι καφενέδες παρακολουθούνταν από «χαφιέδες». Στους δήμους και τις κοινότητες του νησιού τοποθετούνταν άνθρωποι της αρεσκείας του κράτους.

 Το κράτος χρησιμοποίησε την πείνα ως μέσο καθηλώσεως. Η Σαλαμίνα, εξαρτημένη οικονομικά από τον Ναύσταθμο, είδε ολόκληρες οικογένειες να οδηγούνται στην εξαθλίωση επειδή ο πατέρας ή ο γιος ήταν «φακελωμένος». Αυτό δημιούργησε ένα κλίμα σιωπής και φόβου που κράτησε για δεκαετίες.

Οι διώξεις που εξαπέλυσε το μετεμφυλιακό κράτος στη Σαλαμίνα και τον Ναύσταθμο είχαν έναν ξεκάθαρο στόχο: να «ξηλώσουν» την επιρροή του ΚΚΕ  από το πιο στρατηγικό σημείο του Πολεμικού Ναυτικού.

Μετά το χιλιαενικόσιασαρανταεφτά, η συμμετοχή στο κίνημα της Μέσης Ανατολής το σαραντατέσσερα επανήλθε στο προσκήνιο όχι ως αντιφασιστική δράση, αλλά ως «στάση κατά της πατρίδος». Αξιωματικοί και ναύτες παραπέμφθηκαν στα στρατοδικεία με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας» και της «υπονομεύσεως της πειθαρχίας του Στόλου». Στον Ναύσταθμο, μια ειδική επιτροπή «ελέγχου νομιμοφροσύνης» περνούσε από κόσκινο κάθε μόνιμο στέλεχος. Όσοι είχαν έστω και μακρινή σχέση με το ΕΑΜ αποτάσσονταν χωρίς δικαίωμα σύνταξης.

Στο Α' Ειδικό Τάγμα Οπλιτών κατέληξαν οι περισσότεροι ναύτες και στρατιώτες από τη Σαλαμίνα που θεωρούνταν «ύποπτοι». Οι Σαλαμίνιοι τεχνίτες του Ναυστάθμου υποβάλλονταν σε εξαντλητικά μαρτύρια. Οι αρχές του νησιού ενημέρωναν τις οικογένειες των εξορίστων ότι αν ο δικός τους δεν υπέγραφε, θα έχαναν κάθε πρόσβαση σε εργασία στον Ναύσταθμο.

Το μεταπολεμικό κράτος εφάρμοσε στη Σαλαμίνα ένα μοντέλο τοπικής επιτήρησης: Η Λίστα του Ναυστάθμου Δημιουργήθηκε μια ανεπίσημη «μαύρη λίστα» εργατών. Ακόμη και μετά την απόλυσή τους, οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά ούτε στα ιδιωτικά ναυπηγεία, καθώς η Ασφάλεια παρενέβαινε στους εργοδότες. Οι «εθνικόφρονες» κάτοικοι είχαν προτεραιότητα σε θέσεις εργασίας και άδειες, ενώ οι κομμουνιστές αντιμετωπίζονταν ως «ξένο σώμα» στο νησί.

Οι άνθρωποι που γύρισαν από τη Μακρόνησο, τον Άη Στράτη ή τις φυλακές Αβέρωφ, βρήκαν μια Σαλαμίνα που είχε αλλάξει όψη, τρομοκρατημένη από την αστυνομοκρατία.

Η επιστροφή στο νησί δεν σήμαινε ελευθερία, αλλά μια νέα μορφή φυλακής. Για τους περισσότερους, η πόρτα του Ναυστάθμου παρέμεινε ερμητικά κλειστή. Το "πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων" ήταν ο αόρατος τοίχος. Έμπειροι τεχνίτες αναγκάστηκαν να γίνουν πλανόδιοι πωλητές, οικοδόμοι ή να δουλεύουν "μαύρα" και περιστασιακά σε μικροεπισκευές καϊκιών, πάντα υπό τον φόβο της καταγγελίας.

Ο "επιστρέψας" έπρεπε να παρουσιάζεται τακτικά στο Τμήμα Χωροφυλακής. Οι χωροφύλακες επισκέπτονταν τα σπίτια τους απροειδοποίητα, τρομοκρατώντας τις οικογένειές τους και θυμίζοντάς τους ότι είναι "υπό προθεσμία".

Πολλοί παλιοί φίλοι και γείτονες απέφευγαν να τους χαιρετήσουν δημόσια στην παραλία ή στην πλατεία, φοβούμενοι ότι θα χαρακτηριστούν και οι ίδιοι "ύποπτοι». Υπάρχουν μαρτυρίες για καταστηματάρχες που έδιναν βερεσέ στις οικογένειες των εξόριστων ή για γιατρούς που τους εξέταζαν δωρεάν, αρκεί να μην γινόταν αντιληπτό από το "μάτι" της Ασφάλειας.

Τα παιδιά των εξορίστων μεγάλωσαν με το στίγμα του "παιδιού του κομμουνιστή", αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στα σχολεία και αργότερα στην αναζήτηση εργασίας. Πολλοί Σαλαμίνιοι που δεν άντεξαν τον οικονομικό στραγγαλισμό, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στον Πειραιά ή στο εξωτερικό (Γερμανία, Αυστραλία), διαλύοντας τον κοινωνικό ιστό του νησιού.

Η Σαλαμίνα των 'νικητών' προσπαθούσε να θάψει τη Σαλαμίνα της Αντίστασης κάτω από τόνους σιωπής. Αλλά οι ρίζες ήταν βαθιές, όσο και τα θεμέλια του Ναυστάθμου."

Πέρασαν οκτώ δεκαετίες από τότε Οι τηλεφωνικοί στύλοι χάθηκαν στις Ερυθρές, οι δρόμοι άλλαξαν ονόματα, οι γενιές πέρασαν. Όμως, κάθε φορά που ο αέρας κατεβαίνει από τον Κιθαιρώνα προς τον Σαρωνικό, φέρνει μαζί του μια δυνατή φωνή  στο χρώμα της επανάστασης, μιας ζωής χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, της δικαιοσύνης και τη γεύση της θάλασσας της Σαλαμίνας.

 

 

Σχόλια